Συμφωνία ΗΠΑ - Βενεζουέλας: Πόσο άμεσα θα μειωθούν τιμές καυσίμων και μεταφορών
Παρά τον ενθουσιασμό της αμερικανικής ηγεσίας, η επίδραση στις αντλίες των πρατηρίων υγρών καυσίμων και στο κόστος των εφοδιαστικών αλυσίδων δεν πρόκειται να φανεί άμεσα.
H ανακοίνωση της ιστορικής συμφωνίας για την ανάληψη του ελέγχου των πετρελαϊκών κοιτασμάτων της Βενεζουέλας από τις ΗΠΑ υπόσχεται φθηνότερη ενέργεια. Ωστόσο, διεθνείς αναλυτές προειδοποιούν ότι η αποκατάσταση των υποδομών απαιτεί χρόνο, καθυστερώντας την άμεση ανακούφιση σε καύσιμα και μεταφορές.
Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ προχώρησε στην ανακοίνωση μιας πρωτοφανούς συμφωνίας με την υπηρεσιακή κυβέρνηση της Βενεζουέλας, την οποία χαρακτήρισε ως τη μεγαλύτερη συμφωνία πετρελαίου στην παγκόσμια ιστορία. Η συμφωνία αυτή προβλέπει τον ουσιαστικό έλεγχο πάνω από 65 δισεκατομμυρίων βαρελιών βεβαιωμένων αποθεμάτων αργού πετρελαίου μέσω μιας νέας κοινοπραξίας. Στο νέο αυτό επιχειρηματικό σχήμα, το αμερικανικό δημόσιο και ιδιώτες επενδυτές από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα κατέχουν τη συντριπτική πλειοψηφία και το μάνατζμεντ, με το ποσοστό συμμετοχής τους να φτάνει το 55%.
Η Βενεζουέλα έχει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, περίπου 303 δισεκατομμύρια βαρέλια αποδεδειγμένων αποθεμάτων, σύμφωνα με την Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ. Συγκριτικά, οι ΗΠΑ έχουν λιγότερα από 50 δισεκατομμύρια βαρέλια.
Ωστόσο, όπως αναφέρει ρεπορτάζ του CBS, η πετρελαϊκή βιομηχανία της χώρας παλεύει εδώ και καιρό με υποεπενδύσεις, ετοιμόρροπες υποδομές και αυστηρές κυρώσεις. Και πολλές μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες - όπως η ConocoPhillips και η ExxonMobil - έφυγαν από τη Βενεζουέλα όταν ο πρώην πρόεδρος Ούγκο Τσάβες εθνικοποίησε τα περιουσιακά τους στοιχεία πριν από σχεδόν δύο δεκαετίες, αφήνοντάς τες επιφυλακτικές ως προς την επιχειρηματική δραστηριότητα στη χώρα .
Η Chevron ήταν η μόνη μεγάλη αμερικανική εταιρεία που διατήρησε την παρουσία της στη Βενεζουέλα. Μάλιστα, η ανακοίνωση της συμφωνίας έρχεται καθώς η Chevron και άλλες αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες αναμένεται να υπογράψουν συμφωνία την επόμενη εβδομάδα επενδύοντας δισεκατομμύρια στα πετρελαϊκά πεδία της Βενεζουέλας, σύμφωνα με την Wall Street Journal.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς οικονομικών επιτελείων, η συμφωνία αυτή αναμένεται να αποφέρει πάνω από 209 δισεκατομμύρια δολάρια σε φορολογικά έσοδα για το κράτος της Βενεζουέλας σε βάθος χρόνου. Παρά τα εντυπωσιακά αυτά νούμερα, η υφιστάμενη κατάσταση της βιομηχανίας παραμένει εξαιρετικά προβληματική. Η Βενεζουέλα παράγει σήμερα περίπου 1 εκατομμύριο βαρέλια την ημέρα, ποσότητα που αντιπροσωπεύει μόλις το 1% της παγκόσμιας παραγωγής, ενώ ο μακροπρόθεσμος στόχος της νέας κοινοπραξίας είναι να διπλασιάσει ή και να τριπλασιάσει αυτή την παραγωγή.
Πραγματικός αντίκτυπος στις τιμές καυσίμων και τις μεταφορές
Παρά τον ενθουσιασμό της αμερικανικής ηγεσίας, η επίδραση στις αντλίες των πρατηρίων υγρών καυσίμων και στο κόστος των εφοδιαστικών αλυσίδων δεν πρόκειται να φανεί άμεσα. Η αγορά του πετρελαίου και οι παγκόσμιες μεταφορές επηρεάζονται από μια σειρά από τεχνικούς και οικονομικούς παράγοντες που απαιτούν χρόνο για να προσαρμοστούν.
Πρώτον, σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, η ανακοίνωση λειτουργεί κυρίως ψυχολογικά. Η είδηση και μόνο ότι τεράστιες ποσότητες αργού θα διοχετευτούν μελλοντικά στην αγορά λειτουργεί ως ανασχετικός παράγοντας στις κερδοσκοπικές τάσεις των διεθνών χρηματιστηρίων ενέργειας, προσφέροντας μια προσωρινή σταθεροποίηση των τιμών χωρίς όμως μεγάλες μειώσεις.
Δεύτερον, όσον αφορά τις εμπορευματικές μεταφορές, το κόστος μετακίνησης των προϊόντων εξαρτάται άμεσα από τις τιμές του ντίζελ κίνησης και των ναυτιλιακών καυσίμων. Μέχρι να αυξηθεί η πραγματική φυσική ροή του πετρελαίου προς τα διυλιστήρια και να αυξηθεί η προσφορά τελικών προϊόντων, οι εταιρείες logistics και οι μεταφορικές επιχειρήσεις δεν θα δουν ουσιαστική ελάφρυνση στο λειτουργικό τους κόστος.
Τρίτον, υπάρχει ένας σημαντικός τεχνικός περιορισμός. Το αργό πετρέλαιο (Brent) της Βενεζουέλας είναι εξαιρετικά βαρύ και πυκνόρρευστο, περιέχοντας υψηλά ποσοστά θείου. Η διύλισή του απαιτεί εξειδικευμένες εγκαταστάσεις, πολύπλοκες χημικές διεργασίες και ανάμειξη με ελαφρύτερα παράγωγα. Αυτό σημαίνει ότι η μετατροπή του σε καταναλώσιμη βενζίνη ή ντίζελ είναι μια διαδικασία που απαιτεί αυξημένο χρόνο και εξειδικευμένες υποδομές, οι οποίες στις ΗΠΑ βρίσκονται συγκεντρωμένες κυρίως στον Κόλπο του Μεξικού.
Χρονοδιάγραμμα: Πότε θα βελτιωθεί η εικόνα των αγορών;
Σύμφωνα με εκτενείς αναλύσεις διεθνών μέσων ενημέρωσης, όπως το Reuters, το BBC, το The Guardian, καθώς και ειδικών αναλυτών ενέργειας από το Πανεπιστήμιο του Κονέκτικατ (UConn), η πλήρης αποκατάσταση της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας είναι ένα σύνθετο και μακρόπνοο εγχείρημα που χωρίζεται σε τρεις βασικές φάσεις.
Στη βραχυπρόθεσμη φάση, που καλύπτει τους πρώτους 0 έως 6 μήνες, η μεταβολή στις τιμές της αντλίας θα είναι από μηδενική έως ελάχιστη. Η παραγωγή της χώρας παραμένει καθηλωμένη κοντά στο 1 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως. Οι υποδομές εξόρυξης και μεταφοράς είναι σοβαρά κατεστραμμένες από τη μακροχρόνια υποεπένδυση, ενώ τα συνεχόμενα προβλήματα στο εγχώριο ηλεκτρικό δίκτυο της Βενεζουέλας εμποδίζουν τη συνεχή λειτουργία των πετρελαιοπηγών.
Στη μεσοπρόθεσμη φάση, που εκτείνεται από 1 έως 3 έτη, αναμένεται μια σταδιακή αύξηση της παραγωγής κατά 200.000 έως 500.000 βαρέλια την ημέρα, υπό την προϋπόθεση ότι τα πρώτα αμερικανικά κεφάλαια θα εισρεύσουν άμεσα και χωρίς γραφειοκρατικά εμπόδια. Σε αυτό το στάδιο, η αγορά θα αρχίσει να αισθάνεται την πραγματική αύξηση της προσφοράς. Τότε μόνο ενδέχεται να φανεί μια ήπια αποκλιμάκωση στις τιμές των καυσίμων και στο κόστος των μεταφορών, της τάξεως του 5% έως 10%, προσφέροντας την πρώτη ουσιαστική ανάσα στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.
Στη μακροπρόθεσμη φάση, από τα 5 έως τα 10 έτη, υπολογίζεται η πλήρης απόδοση των σχεδιαζόμενων επενδύσεων των 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Στόχος είναι η συνολική παραγωγή της Βενεζουέλας να φτάσει τα 2 με 3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Μόνο σε αυτό το χρονικό σημείο η χώρα θα είναι σε θέση να επηρεάσει δομικά την παγκόσμια προσφορά πετρελαίου, πιέζοντας διατηρήσιμα τις τιμές προς τα κάτω και αναμορφώνοντας το παγκόσμιο ενεργειακό τοπίο.